αποβολή


αποβολή
Η απόρριψη, η απώλεια, το χάσιμο· η άμβλωση, ο πρόωρος τοκετός. Α. λέγεται επίσης η απαγόρευση φοίτησης μαθητή σε σχολείο και ενέχει τον χαρακτήρα πειθαρχικής τιμωρίας. Η α. αυτή μπορεί να είναι προσωρινή ή οριστική. Α. επιβάλλεται και από τις χριστιανικές μονές (με βάση τον κανόνα ιθ’ της Z’ Οικουμενικής Συνόδου). Η α. μοναχού, που έχει παραβιάσει σημαντικούς κανονισμούς της μοναχικής ζωής, γίνεται από το μοναστηριακό συμβούλιο, έπειτα από δύο ή τρεις νουθεσίες και επιτιμήσεις και αφού δεν έχει διαπιστωθεί αλλαγή στη συμπεριφορά του αμαρτάνοντος. (Ιατρ.) Αυτόματη διακοπή της κύησης προτού το έμβρυο γίνει βιώσιμο, δηλαδή ικανό για αυτόνομη ζωή. Σε μερικές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) ελάχιστο όριο βιωσιμότητας του εμβρύου έχει οριστεί η 180ή ημέρα από τη σύλληψη, δηλαδή το τέλος του έκτου μήνα της κύησης· σε άλλες χώρες (π.χ. στη Γερμανία και στη Μεγάλη Βρετανία) το όριο αυτό έχει μετατεθεί στο τέλος του έβδομου μήνα της κύησης. Η διακοπή της κύησης μεταξύ έκτου και ένατου μήνα ονομάζεται πρώιμος τοκετός όταν επέρχεται κατά τον έβδομο μήνα και πρόωρος όταν επέρχεται τον όγδοο μήνα της κύησης. Οι αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν α. είναι πολλαπλές και δεν διαπιστώνονται εύκολα, γιατί συχνά επιδρούν πολλές συγχρόνως και από διαφορετικές οδούς. Σε γενικές γραμμές, η α. μπορεί να οφείλεται σε ανωμαλίες των γεννητικών οργάνων, σε λοιμώδη νοσήματα και ψυχικά τραύματα της γυναίκας ή στο ίδιο το έμβρυο. Α. μπορεί να προκληθεί και τεχνητά, σε περιπτώσεις που η συνέχιση της κύησης αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την έγκυο (άμβλωση).
* * *
η (AM ἀποβολή) [αποβάλλω]
1. αποπομπή, απόρριψη
2. (Γραμμ.) η φωνολογική διαδικασία της πλήρους σίγησης φωνήματος μέσα στη λέξη
νεοελλ.
1. ποινή κατά την οποία μαθητής υποχρεώνεται να βγει από την τάξη ή άλλο άτομο από αίθουσα συνέλευσης κ.λπ.
2. Ιατρ. διακοπή της κυοφορίας πριν το έμβρυο γίνει βιώσιμο, δηλαδή ικανό να επιζήσει έξω από το μητρικό σώμα
3. το έμβρυο που έχει αποβληθεί
4. μικρόσωμος και καχεκτικός
αρχ.-μσν.
η απώλεια
αρχ.
το να πετάξει κάποιος τα όπλα του.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποβολή — throwing away fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποβολή — η 1. διώξιμο, αποπομπή: Ο μαθητής τιμωρήθηκε με αποβολή. 2. βγάλσιμο, αφαίρεση: Η αποβολή των κακών συνηθειών δεν είναι κάτι εύκολο. 3. χάσιμο, απώλεια: Η αποβολή της ντροπής οδηγεί σ αυτό το χάλι. 4. πρόωρος τοκετός: Ήταν δύο μηνών, αλλά έκαμε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποβολῇ — ἀποβολῆι , ἀποβολεύς one who has lost masc dat sg (epic ionic) ἀποβολή throwing away fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποβολή — [аповоли] ουσ. Θ. отбрасывание, выкидыш, аборт …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀποβολῆ — ἀποβολεύς one who has lost masc nom/voc/acc dual ἀποβολεύς one who has lost masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβολαῖς — ἀποβολή throwing away fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβολαί — ἀποβολή throwing away fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβολήν — ἀποβολή throwing away fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβολῶν — ἀποβολή throwing away fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θερμορρύθμιση — Φυσιολογική λειτουργία που επιτρέπει στον οργανισμό να διατηρεί μία ισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και στην αποβολή της θερμότητας, έτσι ώστε να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία του σώματος. Ο άνθρωπος και τα ανώτερα ζώα, στα οποία η… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.